νεοδᾱμώδης


νεοδᾱμώδης
νεο-δᾱμώδης, ες, bei den Lacedämoniern = neuerdings frei geworden und in die Bürgergemeinde aufgenommen, im Gegensatz zu den freigeborenen Bürgern, von den Heloten, welche zur Belohnung für Kriegsdienste mit der Freiheit beschenkt wurden, und die ein Vorrecht als Bürger vor den περίοικοι hatten

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • νεοδαμώδης — lately made one of the people masc/fem acc pl (attic epic doric) νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem nom sg νεοδᾱμώδης , νεοδαμώδης lately made one of the… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοδαμώδης — νεοδαμώδης, ῶδες (Α) 1. αυτός που έγινε πολίτης τής Σπάρτης πρόσφατα 2. (συν. στον πληθ. ως ουσ.) oἱ νεοδαμώδεις είλωτες που λόγω ανδραγαθίας στη μάχη ή και για άλλες σπουδαίες υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στην πολιτεία τών Λακεδαιμόνων έγιναν… …   Dictionary of Greek

  • νεοδαμῶδες — νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem voc sg νεοδαμώδης lately made one of the people neut nom/voc/acc sg νεοδᾱμῶδες , νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem voc sg νεοδᾱμῶδες , νεοδαμώδης lately made one of the people… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοδαμώδεις — νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem acc pl νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem nom/voc pl (attic epic) νεοδᾱμώδεις , νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem acc pl νεοδᾱμώδεις , νεοδαμώδης lately made one… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοδαμωδῶν — νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) νεοδᾱμωδῶν , νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοδαμώδεσι — νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem/neut dat pl νεοδᾱμώδεσι , νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοδαμώδων — νεοδαμώδης lately made one of the people masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νε(ο)- — και νιο [ΑΜ νε(ο) ] α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθ. νέος και στον νεοελλ. τ. νιος. Δηλώνει τις σημασίες: α) τού πρόσφατου, αυτού που έχει συντελεστεί προ ολίγου (πρβλ. νεο σφαγής, νιό βγαλτος,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.